αντεπεξέρχομαι


αντεπεξέρχομαι
αντεπεξέρχομαι, αντεπεξήλθα βλ. πίν. 214

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντεπεξέρχομαι — pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντεπεξέρχομαι — (Α ἀντεπεξέρχομαι) νεοελλ. ανταποκρίνομαι σε ανάγκες ή υποχρεώσεις, αντιμετωπίζω με επιτυχία, τα βγάζω πέρα αρχ. αντεπιτίθεμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι + επεξέρχομαι. Ο τ. ανταπεξέρχομαι με εξακολουθητική αφομοίωση του ε σε α ή από παρετυμολογική… …   Dictionary of Greek

  • αντεπεξέρχομαι — ήλθα, επαρκώ σε κάτι, ανταποκρίνομαι, τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω: Με δυσκολία αντεπεξέρχεται στις καθημερινές ανάγκες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντεπεξελθόντων — ἀντεπεξέρχομαι aor part act masc/neut gen pl ἀντεπεξέρχομαι aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξῆλθε — ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 3rd sg ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξῆλθεν — ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 3rd sg ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξῆλθον — ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 3rd pl ἀντεπεξέρχομαι aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξελθεῖν — ἀντεπεξέρχομαι aor inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξελθέτω — ἀντεπεξέρχομαι aor imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντεπεξελθόντας — ἀντεπεξέρχομαι aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)